Το αστερι της πληροφοριας

Σημερα εχουμε...

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Τσακωθείτε! Κάνει καλό…


Τσακωθείτε! Κάνει καλό…

Πιο… ήρεμους και χαρούμενους μας κάνουν οι καβγάδες, υποστηρίζουν Αμερικανοί ερευνητές και μας παροτρύνουν να μην «καταπίνουμε» ό,τι μας ενοχλεί αλλά να ξεσπάμε πού και πού!
Σας πείραξε ο/η σύντροφός σας, ένας φίλος, ένας συνάδελφος ή το αφεντικό; Ξεχάστε το «δώσε τόπο στην οργή», συμβουλεύουν οι επιστήμονες από το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που κατέληξαν στο ότι οι καβγάδες επηρεάζουν τις αυξομειώσεις της στρεσογόνου ορμόνης ονόματι   κορτιζόλης.
Στην έρευνα πήραν μέρος 1.842 άνθρωποι, από 33 έως 84 ετών. Οι επιστήμονες τους ζήτησαν να καταγράψουν επί 8 ημέρες αν και πόσους καβγάδες είχαν. Ταυτόχρονα, λάμβαναν από τον καθένα δείγματα σάλιου.
Όπως προέκυψε, το 62% απέφυγε κάποια στιγμή να τσακωθεί, ενώ το 41% ήταν πιο… «τσαμπουκαλεμένο» και όρθωνε ανάστημα.
Οι επιστήμονες παρατήρησαν πως όσοι τσακώνονταν με τον οποιοδήποτε και, εν τέλει, έλυναν τις διαφορές τους ήταν πιο ήρεμοι, ενώ όσοι «κατάπιναν» αυτά που τους ενοχλούσαν παρουσίασαν μη φυσιολογικές αυξομειώσεις της κορτιζόλης.
Φυσιολογικά, η κορτιζόλη είναι στα ανώτερα επίπεδά της κάθε πρωί την ώρα που ξυπνάμε και, σταδιακά, εντός της ημέρας μειώνεται.
Όσοι δεν τσακώνονταν είχαν την κορτιζόλη τους στα ύψη, νιώθοντας άγχος ή ακόμα και ναυτία! 

Το παιχνίδι έξω από το σπίτι “αντίδοτο” στη μυωπία


Το παιχνίδι έξω από το σπίτι “αντίδοτο” στη μυωπία
















Η μυωπία έχει κληρονομική βάση, ωστόσο έχει επίσης συσχετισθεί με διάφορους παράγοντες, όπως το επίπεδο της φυσικής δραστηριότητας αλλά και επί πόση ώρα εστιάζει το μάτι σε παρακείμενα αντικείμενα (όπως λ.χ. συμβαίνει κατά το διάβασμα). Με άλλα λόγια όσο πιο κοντά κοιτάζει το  μάτι τόσο χειρότερα. Φαίνεται μάλιστα ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν στα χωριά έχουν λιγότερη μυωπία διότι τα μάτια τους βλέπουν σε πιο μακρινές αποστάσεις. Ίσως οι υπαίθριες δραστηριότητες ωφελούν την όραση επειδή χαλαρώνουν τα μάτια, τους επιτρέπουν να μην εστιάζονται σε ένα σημείο αλλά να βλέπουν μακριά και τα εκθέτουν στα μήκη κύματος του ηλιακού φωτός που τα ωφελούν.
Επανεξετάζοντας οκτώ προγενέστερες μελέτες, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα παιδιά με μυωπία περνούν κατά μέσον όρο 3,7 ώρες λιγότερες την εβδομάδα σε υπαίθριους χώρους σε σύγκριση με τα παιδιά που έχουν φυσιολογική όραση ή υπερμετρωπία. Και κάνοντας τους υπολογισμούς τους έγραψαν ότι για κάθε μία ώρα την εβδομάδα που περνούν τα παιδιά παίζοντας έξω από το σπίτι τους, ελαττώνει τις πιθανότητές τους νααναπτύξουν μυωπία κατά 2%. Ως φαίνεται, όμως, η επαρκής παραμονή σε υπαίθριους χώρους μπορεί να διαφυλάξει την όραση – με την προστατευτική δράση να είναι ανεξάρτητη από το πόσο πολύ διαβάζουν τα παιδιά ή παίζουν με τους υπολογιστές τους, αλλά και με το πόσο δραστήρια είναι.
Υπολογίζεται πως στην Ευρώπη πάσχουν από μυωπία 100 εκατομμύρια άνθρωποι (το 25% των ενηλίκων), ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός του εκτιμάται πως υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια. Η συχνότητά της είναι πιο αυξημένη στους νέους, με το 30% των ατόμων ηλικίας 15-20 ετών να πάσχουν από αυτήν. Πάντως, σε πολλές περιοχές της ανατολικής Ασίας τα ποσοστά της μυωπίας είναι πολύ υψηλότερα, φθάνοντας έως το 80% του πληθυσμού!

Μυωπία και ήλιος

Οι οκτώ μελέτες είχαν συμπεριλάβει 10.400 εθελοντές. Όπως είπαν οι δρες Τζάστιν Σέργουϊν και Άντονι Καβάγια στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθαλμολογίας, η προστατευτική δράση των υπαίθριων δραστηριοτήτων θα μπορούσε να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι η αυξημένη έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (UV) του ηλίου.
Η μυωπία δημιουργείται όταν το μάτι έχει μεγαλύτερο μήκος από το φυσιολογικό. Μερικές έρευνες στο εργαστήριο έχουν δείξει πως το μήκος του ματιού ρυθμίζεται από χημικές ουσίες, οι οποίες επηρεάζονται από την UV. Συνεπώς, η έλλειψη ήλιου θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για την μυωπία, τόνισαν.
Ο καθηγητής Πωλ Φόστερ που επέβλεψε τη νέα ανάλυση, πρόσθεσε: «Δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια τι προκαλεί την μυωπία, αλλά ξέρουμε πως οι μύωπες τείνουν να διαβάζουν πολύ και να επιτυγχάνουν υψηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις απ’ ό,τι οι μη μύωπες. Γι’ αυτό και εικάζουμε πως η μυωπία σχετίζεται με το διάβασμα.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Γιατί ένα μωρό που κλαίει είναι ενοχλητικός μπελάς!


Γιατί ένα μωρό που κλαίει είναι ενοχλητικός μπελάς!

Υπάρχουν διάφορες ενοχλητικές καταστάσεις για κάποιον που ταξιδεύει στο αεροπλάνο, στο τρένο ή στο λεωφορείο, που ρεμβάζει σε ένα παγκάκι πάρκου ή δίπλα στην ακρογιαλιά, όμως λίγες μπορούν να συγκριθούν με τον εκνευρισμό που είναι σε θέση να του προκαλέσει ο ήχος ενός μωρού, το οποίο κλαίει κάπου κοντά, όπως επιβεβαίωσε μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Μόρτεν Κρίνγκελμπαχ, ερευνητή του Τμήματος Ψυχιατρικής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και καθηγητή του δανικού πανεπιστημίου του ‘Ααρχους, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο παιδιατρικό περιοδικό “Acta Paediatrica”,  έκαναν πειράματα με 40 εθελοντές, τους οποίους υπέβαλαν σε μια ποικιλία διαφορετικών ήχων, προκειμένου να ελέγξουν και να αξιολογήσουν τις αντιδράσεις τους σε κάθε έναν από αυτούς.
Η έρευνα έδειξε ότι, από όλους τους ήχους, οι εθελοντές αντιδρούσαν πιο γρήγορα και έντονα όταν άκουγαν το κλάμα μωρού. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτή η υπερευαισθησία και υπεραντίδραση απέναντι στο παιδικό κλάμα έχει μια πιθανή εξελικτική ερμηνεία, καθώς από την εποχή των μακρινών προγόνων του ανθρώπου αναπτύχθηκε σταδιακά ένας μηχανισμός εγρήγορσης κάθε φορά που ένα μωρό, μέσω του κλάματός του, φαινόταν να μεταδίδει το μήνυμα ότι χρειάζεται κάτι.
Έτσι, σήμερα πια, ενστικτωδώς και αυτομάτως το κλάμα του μωρού ενεργοποιεί στο σώμα του ενήλικου μια κατάσταση αναστάτωσης, με συνέπεια να μην μπορεί να αγνοήσει -ακόμα και να το ήθελε- αυτό το κλάμα. Όπως τα πειράματα έδειξαν και όπως όλοι λίγο-πολύ ξέρουν από προσωπική εμπειρία, ακόμα και όταν κάποιος περιτριγυρίζεται από διάφορους θορύβους, εάν ένα μωρό κλαίει κάπου κοντά, τότε η ακοή του, θέλοντας και μη, εστιάζεται κυρίως σε αυτόν ακριβώς τον θόρυβο, επειδή ο ενήλικας είναι βιολογικά προγραμματισμένος να ανταποκρίνεται σε ένα τέτοιο <<σήμα>>.
Αντίθετα, άλλους θορύβους, τεχνητούς ή φυσικούς, ακόμα και αν είναι αντικειμενικά πιο έντονοι και ενοχλητικοί, ίσως κάποιος μπορεί πιο εύκολα να τους αγνοεί και να αποστρέφει αλλού την προσοχή του, κάτι που αντίθετα είναι πολύ πιο δύσκολο στην περίπτωση του κλάματος ενός θορυβώδους μωρού.
<<Λίγοι ήχοι προκαλούν τέτοια ενστικτώδη αντίδραση όπως το κλάμα του μωρού>>, ανέφερε ο Κρίνγκελμπαχ. <<Γι’ αυτό, για παράδειγμα, είναι σχεδόν αδύνατο να αγνοήσει κανείς ένα μωρό που κλαίει μέσα σε ένα αεροπλάνο, με όλη τη δυσφορία που αυτό μπορεί να προκαλεί, παρόλο που ολόγυρα μπορεί να υπάρχουν πολλοί άλλοι θόρυβοι και περισπασμοί>>. 

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

HMGA2: To γονίδιο της εξυπνάδας!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!



HMGA2: To γονίδιο της εξυπνάδας

Τις καλύτερες μέχρι σήμερα ενδείξεις ότι ένα και μόνο γονίδιο μπορεί να επηρεάσει -έστω και λίγο- το δείκτη νοημοσύνης και το μέγεθος του εγκεφάλου ενός ανθρώπου, βρήκε μια μεγάλη διεθνής ερευνητική ομάδα, που πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη, μέχρι σήμερα, μελέτη σε αριθμό εγκεφάλων και η οποία πιθανώς ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Το γονίδιο φαίνεται να αυξάνει τον δείκτη νοημοσύνης (IQ) ενός ανθρώπου κατά 1,3 έως 2,6 μονάδες κατά μέσον όρο, καθώς και τον όγκο του εγκεφάλου του κατά 0,58% ή περίπου εννιά κυβικά εκατοστά (δύο κουταλάκια του γλυκού παραπάνω εγκεφαλικός ιστός!).
Η ανακάλυψη μπορεί να εξηγεί γιατί μερικοί άνθρωποι είναι πιο έξυπνοι από τους άλλους, αν και η νοημοσύνη θεωρείται δεδομένο ότι επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, πέρα από τους γενετικούς, όπως η οικογενειακή ανατροφή, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, η διατροφή, η σωματική άσκηση κ.α. Κι άλλες έρευνες στο παρελθόν έχουν συσχετίσει ορισμένα γονίδια με τη νοημοσύνη, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που ένα γονίδιο συσχετίζεται απευθείας με το μέγεθος του εγκεφάλου και, κατ΄ επέκταση, με την εξυπνάδα.
Οι μεγαλύτεροι εγκέφαλοι ευνοούν τη μεγαλύτερη νοημοσύνη και η σταδιακή συρρίκνωση του εγκεφάλου λόγω ηλικίας συνδέεται με την εμφάνιση άνοιας και άλλων διαταραχών όπως το Αλτσχάιμερ, ο αυτισμός, η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια.

To γονίδιο HMGA2

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή νευρολογίας Πολ Τόμσον της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας -Λος ‘Αντζελες, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό γενετικής «Nature Genetics», έψαχναν να βρουν γενετικές αιτίες για τις εγκεφαλικές παθήσεις. Μεταξύ άλλων, εντόπισαν το γονίδιο HMGA2 στο χρωμόσωμα 12, μία μικρή μετάλλαξη του οποίου (σε ένα μόνο «γράμμα» του γενετικού κώδικα) συναντάται συστηματικά στους ανθρώπους που έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και υψηλότερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης. Το συγκεκριμένο γονίδιο στο παρελθόν είχε συσχετισθεί με το ύψος των ανθρώπων.
Όπως είπε ο Τόμσον, μία και μόνο παραλλαγή του γονιδίου «μπορεί να γείρει τη ζυγαριά υπέρ της υψηλής νοημοσύνης», αν και, όπως αναγνώρισε, η νοημοσύνη δεν είναι μόνο θέμα γονιδίων. Πάντως ο Τόμσον έκανε λόγο για «γονίδιο της νοημοσύνης» και εκτίμησε ότι και άλλα παρόμοια γονίδια, ίσως εκατοντάδες, μπορεί να ανακαλυφθούν στο μέλλον ότι επίσης επηρεάζουν την εξυπνάδα. «Είναι παράξενο», όπως ανέφερε. «Δεν θα περίμενε κανείς ότι κάτι τόσο απλό, όσο μία μικρή αλλαγή στο γενετικό κώδικα, θα μπορούσε να εξηγήσει διαφορές στη νοημοσύνη σε παγκόσμιο επίπεδο».
Οι ερευνητές (207 από 100 πανεπιστήμια και ινστιτούτα διεθνώς), που συνεργάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Αίνιγμα», μελέτησαν με τεχνικές λειτουργικής μαγνητικής απεικόνισης (fMRI) τους εγκεφάλους εθελοντών και, παράλληλα, πήραν δείγματα DNA από περισσότερα από 21.000 άτομα από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Αυστραλία. Όσοι άνθρωποι είχαν κληρονομήσει από έναν ή και τους δύο γονείς τους τη μικρή μετάλλαξη στο γενετικό υλικό τους (περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού), είχαν κατά μέσον όρο υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης (1,3 έως 2,6 μονάδες) από τους υπόλοιπους.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο θα μπορούσαν μελλοντικά να υπάρξουν φάρμακα που να ρυθμίζουν το εν λόγω «γονίδιο της εξυπνάδας» και, κατά συνέπεια, το μέγεθος του εγκεφάλου ενός ανθρώπου. Κάτι τέτοιο ίσως να είχε ευεργετική επίδραση, καθώς θα μείωνε τον κίνδυνο για την εμφάνιση διαφόρων διαταραχών ανάπτυξης και λειτουργίας του εγκεφάλου.
Ο γνωστός καθηγητής νευροψυχολογίας Στίβεν Πίνκερ του πανεπιστημίου Χάρβαρντ σχολίασε ότι «το εύρημα είναι σημαντικό, αν όντως ευσταθεί», και πρόσθεσε ότι δείχνει πως η νοημοσύνη εξαρτάται από έναν μεγάλο αριθμό γονιδίων, το καθένα από τα οποία έχει μικρή μόνο επίδραση. 

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Όχι στα τατουάζ από μαύρη χέννα



Όχι στα τατουάζ από μαύρη χέννα

Το καλοκαίρι, τα τατουάζ, από μαύρη χέννα, συνιστούν μια επαναλαμβανόμενη απειλή, για την υγεία. Προσφέρονται, στο κοινό, κατά τις υπαίθριες φιέστες και στις τουριστικές περιοχές. Τα τατουάζ μαύρης χέννας μπορούν όμως να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Για να επιτευχθεί το έντονο μαύρο χρώμα του τατουάζ και να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, προστίθεται μεγάλη συγκέντρωση χρωστικών ουσιών. Αυτές οι ψηλές συγκεντρώσεις χρωστικών πυροδοτούν αλλεργικές αντιδράσεις. Για σοβαρά περιστατικά, χρειάζεται επείγουσα ιατρική φροντίδα ακόμα και εισαγωγή, σε νοσοκομείο. Μόνιμη ζημιά στο δέρμα, αλλεργική, εξ επαφής δερματίτιδα και ανάπτυξη πολυευαισθησίας είναι οι μη αναστρέψιμες, για το υπόλοιπο της ζωής, ανεπιθύμητες συνέπειες του τατουάζ μαύρης χέννας. Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, με μόνιμη βλάβη, είναι συχνό φαινόμενο, μετά την εφαρμογή του τατουάζ μαύρης χέννας.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται, μετά από λίγες (3-12) μέρες. Η καλύτερη συμβουλή είναι να αποφεύγουμε, εντελώς, το τατουάζ μαύρης χέννας.
Τα χρώματα, που προστίθενται, στην πάστα χέννας, που χρησιμοποιείται, για την εφαρμογή, στο δέρμα, του τατουάζ μαύρης χέννας ή του προσωρινού τατουάζ, όπως λέγεται, ευθύνονται, για την πρόκληση σοβαρών επεισοδίων, στην υγεία.
Πολλές από τις ουσίες αυτές προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις, χρόνιο ερεθισμό, ή εμφάνιση αλλεργίας σε κατοπινό στάδιο. Αυτές οι αλλεργικές αντιδράσεις μπορούν να έχουν, ως αποτέλεσμα, την εμφάνιση φαγούρας και ερυθρότητας, την εμφάνιση κηλίδων και φουσκαλών, στο δέρμα, που, με τον καιρό, επουλώνονται και εξαφανίζονται.
Σε μερικές, όμως, περιπτώσεις, οδηγούν, σε πιο μόνιμες δερματικές βλάβες, όπως αποχρωματισμό και ουλές στο δέρμα. Κάποια άτομα μπορεί να αποκτήσουν μόνιμη ευαισθησία, σε αυτές τις ουσίες και να αναπτύξουν αλλεργική, εξ επαφής, δερματίτιδα. Εφόσον έχουν ευαισθητοποιηθεί, δημιουργείται, δια βίου, ευπάθεια, σε αυτές τις ουσίες. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, γιατί αυτά τα αλλεργιογόνα βρίσκονται, επίσης και σε άλλα προϊόντα, όπως για παράδειγμα, στις βαφές μαλλιών.
Από τη στιγμή, που θα αναπτυχθεί ευαισθητοποίηση, από τατουάζ μαύρης χέννας, έστω και αν μια αλλεργική εμφάνιση δεν είναι σαφές ότι προήλθε, από αυτό καθαυτό το τατουάζ, εμφάνιση αλλεργίας μπορεί να προκύψει και σε επακόλουθη έκθεση, σε άλλα προϊόντα, που, επίσης, περιέχουν τις αλλεργιογόνες αυτές χρωστικές.
Η αλλεργική αντίδραση, σε δεύτερη έκθεση, συχνά, μπορεί να είναι πολύ πιο σοβαρή, από την πρώτη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εμφάνιση επιθετικού εκζέματος μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ακόμα και μιας μοναδικής έκθεσης, στο τατουάζ, καθιστώντας μερικές φορές επιτακτική την επείγουσα ιατρική φροντίδα ή ακόμα και την εισαγωγή, σε νοσοκομείο.
Τα συμπτώματα μπορεί να περιορίζονται, στο σημείο του τατουάζ, τη γύρω περιοχή ή να εξαπλώνονται, σε όλο το σώμα. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι άμεσα ή να εμφανιστούν, μερικές μέρες, μετά την εφαρμογή του τατουάζ.
Μερικές φορές, όπως έχει, ήδη, αναφερθεί, μπορεί να αποκτηθεί πολυευαισθησία, σε κάποια προϊόντα, ιδιαίτερα στο καουτσούκ, στον ιματισμό, στα παπούτσια και στις βαφές μαλλιών, στα οποία, επίσης, χρησιμοποιούνται αυτές οι χρωστικές, αλλά ακόμα και σε προϊόντα, που περιέχουν, στη σύνθεσή τους, παρόμοια συστατικά, όπως τα αντηλιακά και ορισμένα φάρμακα. Τέτοια ευαισθητοποίηση δημιουργεί αυξανόμενη ανησυχία, καθώς επηρεάζει, κυρίως, παιδιά και εφήβους και είναι πιθανό να έχει επίδραση, στην καθημερινότητά τους ή ακόμα και την επαγγελματική τους ζωή.
Κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, περιοδεύοντες καλλιτέχνες εφαρμογής τατουάζ μαύρης χέννας επισκέπτονται υπαίθριες εκδηλώσεις, όπως εκθέσεις, φεστιβάλ, αγορές, παζάρια και ιδιαίτερα τουριστικές περιοχές και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, στους επισκέπτες. Τα τατουάζ μαύρης χέννας προσφέρονται, συνήθως, στους τουρίστες και στο κόσμο, που κάνει τις διακοπές του, στις παραλίες και στα τουριστικά καταλύματα.
Τα προσωρινά αυτά τατουάζ, που αντιγράφουν τα «φυλετικά (tribal) τατουάζ», είναι πολύ δημοφιλή, στη νεολαία. Για να επιτευχθεί το έντονο μαύρο χρώμα του τατουάζ και να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, προστίθεται μεγάλη συγκέντρωση χρωστικών ουσιών. Αυτές οι ψηλές συγκεντρώσεις πυροδοτούν αλλεργικές αντιδράσεις. Στις μέρες μας, το κοκκινοκάστανο χρώμα, που αφήνει, στο δέρμα, η φυσική χέννα, δεν είναι αρεστό, σε αντίθεση με τα προσωρινά τατουάζ, από μαύρη χέννα, που είναι πολύ δημοφιλή. Αυτή ακριβώς η προτίμηση του καταναλωτικού κοινού, όπως και τα μεγάλα περιθώρια κέρδους, οδηγούν τους καλλιτέχνες να παραβλέπουν τις επιζήμιες επιπτώσεις, στην ανθρώπινη υγεία, από τα τατουάζ μαύρης χέννας.
Πώς ξεχωρίζει το τατουάζ φυσικής χέννας, από το τατουάζ μαύρης χέννας;
Το χρώμα της πάστας, με φυσική χέννα, κυμαίνεται, από πράσινο – καφέ μέχρι καφέ. Αν το χρώμα της πάστας, που χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες – δημιουργοί των τατουάζ είναι πιο σκούρο (μαύρο), τότε, πιθανότατα, έχουν προστεθεί, στη πάστα, χρωστικές.
Ζητάμε πληροφορίες, για την προέλευση της πάστας χέννας και κατάλογο των συστατικών και οδηγιών, για να διαπιστωθεί το είδος της πάστας. Αν οι καλλιτέχνες – δημιουργοί δεν είναι σε θέση να μας δώσουν ακριβή πληροφόρηση, για το προϊόν τους, τότε, αποφεύγουμε το τατουάζ.
Αν μας πουν ότι μπορούμε να αφαιρέσουμε την πάστα, από το σημείο εφαρμογής, μετά από πάροδο μιας μόνον ώρας και θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, τότε, πρόκειται, σίγουρα, για μαύρη χέννα. Η φυσική χέννα, για να καταφέρει να βάψει το σώμα, με ένα καλό σκούρο κοκκινοκάστανο χρώμα, πρέπει να παραμείνει, στο δέρμα, για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρόνο

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Γιατί ορισμένοι ήχοι μας ανατριχιάζουν


Γιατί ορισμένοι ήχοι μας ανατριχιάζουν

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανατριχιαστικό από τα νύχια που ξύνουν ένα μαυροπίνακα ή από το πηρούνι που ξύνει ένα πιάτο, και οι επιστήμονες θέλησαν να το εξιχνιάσουν. Μια ομάδα μουσικολόγων υποστηρίζει ότι βρήκε την εξήγηση. Το πρόβλημα, όπως πιστεύουν, βρίσκεται στην κατασκευή του αφτιού μας η οποία έχει σχεδιαστεί ώστε να «συλλαμβάνει» πιο έντονα τους ήχους αυτών των συχνοτήτων επειδή μοιάζουν με αυτές της ανθρώπινης φωνής. Η εξήγηση έρχεται να προστεθεί σε παλαιότερες ερμηνείες της εξελικτικής ψυχολογίας που κατά καιρούς έχουν συνδέσει τον συγκεκριμένο ήχο με τις κραυγές των πρωτευόντων θηλαστικών και τα αρχέγονα ένστικτά μας.
Ερευνητές της Σχολής Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας Macromedia στην Κολωνία της Γερμανίας με επικεφαλής τον Μίχαελ Ελερ έβαλαν δυο ομάδες εθελοντών να ακούσουν και να αξιολογήσουν μια σειρά από ήχους λέγοντας στους μεν ότι επρόκειτο για πειραματική μουσική και στους δε για διάφορους απαίσιους ήχους. Τα νύχια στον μαυροπίνακα βρέθηκαν στην πρώτη θέση «δυσαρέσκειας» ξεπερνώντας ήχους όπως αυτός του πηρουνιού που ξύνει ένα πιάτο ή του «τριξίματος» του αφρολέξ. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι εθελοντές στους οποίους είχαν πει ότι ακούν τον θόρυβο των νυχιών που ξύνουν έναν μαυροπίνακα είχαν αξιολογήσει τον ήχο ως περισσότερο «αηδιαστικό» από εκείνους που πίστευαν ότι άκουγαν κάτι άλλο. Ωστόσο, αν και ο βαθμός δυσαρέσκειας εμφανίστηκε να ποικίλλει ελαφρά, ο ήχος των νυχιών ήταν εμφανώς δυσάρεστος και «ανατριχιαστικός» για όλους, είτε γνώριζαν είτε δεν γνώριζαν την πηγή του.
Εκτός από την προσωπική αξιολόγηση των εθελοντών, οι ερευνητές μέτρησαν επίσης τις σωματικές αντιδράσεις τους σε διάφορους ήχους εξετάζοντας τους παλμούς της καρδιάς, την αρτηριακή πίεση και την αγωγιμότητα του δέρματος. Ως «δείγματα» χρησιμοποίησαν ήχους όπως αυτός των νυχιών και της κιμωλίας που τρίζουν στον μαυροπίνακα αφαιρώντας διάφορες συχνότητες ώστε να διερευνήσουν ποιες είχαν τη χειρότερη επίδραση. Είδαν ότι οι ήχοι όπως αυτός των νυχιών που ξύνουν τον μαυροπίνακα προκαλούσαν εμφανείς σωματικές αντιδράσεις στους εθελοντές και παρέμεναν δυσάρεστοι ακόμη και όταν οι ειδικοί τους είχαν επεξεργαστεί αφαιρώντας τα πιο «παράφωνα» στοιχεία τους. Προς έκπληξή τους οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι «χειρότεροι»« ήχοι ήταν εκείνοι που είχαν συχνότητα 2.000 ως 4.000 Hz – κινούνταν δηλαδή στο ίδιο φάσμα με αυτό της ανθρώπινης φωνής.

Εξελικτική η ρίζα

Οι ειδικοί θεωρούν ότι η αιτία της έντονης αντίδρασής μας στους δυσάρεστους ήχους αυτών των συχνοτήτων είναι η κατασκευή του έσω ωτός μας, το οποίο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να συλλαμβάνει καλύτερα τις συχνότητες της ανθρώπινης φωνής. Επειδή είμαστε «προγραμματισμένοι» να τους ακούμε, καταλήγουν, οι ήχοι αυτών των συχνοτήτων ενισχύονται μέσα στο αφτί μας – μαζί και το αίσθημα δυσαρέσκειας που προκαλούν.
Δυο προηγούμενες απόπειρες ερμηνείας του ίδιου φαινομένου έχουν δώσει επίσης απαντήσεις με «εξελικτικές» ρίζες. Η μια εξ αυτών, εντοπίζοντας ανάλογες αντιδράσεις σε πιθήκους, έχει υποστηρίξει ότι ο ήχος μας «παγώνει» επειδή μοιάζει με την προειδοποιητική κραυγή κινδύνουτων πρωτευόντων θηλαστικών. Η δεύτερη ερμηνεία, η οποία έχει αποσπάσει και βραβείο Ig Nobel, εντόπισε ότι οι πιο «ανατριχιαστικοί» τόνοι του συγκεκριμένου θορύβου δεν βρίσκονταν, όπως θεωρείτο ως τότε, στις «στριγγές», υψηλές συχνότητες αλλά στις μεσαίες.
Οι ερευνητές αυτής της μελέτης είχαν επίσης υποστηρίξει ότι πρόκειται για μια «ανατριχίλα» που προέρχεται από τα βάθη της εξέλιξής μας εντοπίζοντας ομοιότητες του συγκεκριμένου θορύβου με την κραυγή κινδύνου των μακάκων ή υποθέτοντας ότι ίσως έμοιαζε με την κραυγή κάποιου αρπακτικού που απειλούσε τους μακρινούς προγόνους μας. 

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Facebook: Ο αριθμός των φίλων σχετίζεται με την αμυγδαλή των χρηστών


Facebook: Ο αριθμός των φίλων σχετίζεται με την αμυγδαλή των χρηστών

Το Facebook ίσως να αλλάζει τον εγκέφαλο των χρηστών, σύμφωνα με μία νέα μελέτη. Τρισδιάστατες τομογραφίες του εγκεφάλου έδειξαν πως υπάρχει απ’ ευθείας συσχέτιση ανάμεσα στον αριθμό των φίλων που έχει κανείς στο Facebook και το μέγεθος ορισμένων τμημάτων του εγκεφάλου του.  Αυτό που δεν έχει εξακριβωθεί ακόμη είναι εάν οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης διεγείρουν την παραγωγή φαιάς ουσίας στον εγκέφαλο ή εάν κάποιοι χρήστες τους είναι καλύτεροι στο να κάνουν φίλους επειδή έχουν ιδιαιτερότητες στον εγκέφαλό τους. Η φαιά ουσία είναι ο εγκεφαλικός ιστός στον οποίο συμβαίνουν οι νοητικές διεργασίες.
Όπως και να ‘χει, οι περιοχές του εγκεφάλου που συσχετίστηκαν άμεσα με το Facebook παίζουν ρόλο στην κοινωνική αλληλεπίδραση, την μνήμη και τον αυτισμό. Η όλη έρευνα, που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Proceedings of the Royal Society B Biological Sciences», βασίστηκε στις τομογραφίες 125 φοιτητών από το Λονδίνο. Οι ερευνητές κατέγραψαν τον αριθμό των φίλων που είχαν στο Facebook, καθώς και εκείνον των φίλων που έχουν στην αληθινή ζωή. Όπως διαπίστωσαν, όσο περισσότερους φίλους είχαν στο Facebook, τόσο μεγαλύτερη ήταν η ποσότητα της φαιάς ουσίας σε ορισμένα τμήματα του εγκεφάλου τους. Η μελέτη έδειξε ακόμη πως ο αριθμός των διαδικτυακών φίλων αντανακλούσε τον αριθμό των φίλων στην αληθινή ζωή.

H αμυγδαλή

Όπως γράφουν ο δρ Ριότα Κανάι και οι συνεργάτες του από το Ίδρυμα Νοητικής Νευροεπιστήμης του University College του Λονδίνου, μία από τις περιοχές του εγκεφάλου που φάνηκε υπερανεπτυγμένη είναι η αμυγδαλή, η οποία σχετίζεται με τη μνήμη και τις συναισθηματικές αντιδράσεις. Προγενέστερες μελέτες έχουν καταδείξει συσχέτιση ανάμεσα στον όγκο της φαιάς ουσίας στην αμυγδαλή και στο μέγεθος και την πολυπλοκότητα του κοινωνικού δικτύου ενός ανθρώπου στον αληθινό κόσμο.
Τρεις άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συσχετίστηκαν με τους διαδικτυακούς φίλους στο Facebook είναι:
* Η δεξιά άνω κροταφική αύλακα, η οποία παίζει ρόλο στην αντίληψη και ενδέχεται να είναι διαταραγμένη στους πάσχοντες από αυτισμό.
* Η αριστερή μέση κροταφική έλικα, η οποία σχετίζεται με την «ανάγνωση» των κοινωνικών ενδείξεων.
* Το δεξιό ενδορινικό σύμπλεγμα, που πιστεύεται ότι είναι σημαντικό για την μνήμη και την πλοήγηση στον χώρο.
Το Facebook είναι το πιο δημοφιλές site κοινωνικής δικτύωσης, με περισσότερα από 800 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες σε όλο τον κόσμο, κάθε ένας εκ των οποίων έχει μερικούς δεκάδες έως περισσότερους από 1.000 φίλους. 

Η ντοπαμίνη υπεύθυνη για την εφηβική συμπεριφορά

Η ντοπαμίνη υπεύθυνη για την εφηβική συμπεριφορά

 Μηχανές, κάπνισμα, ναρκωτικά,σεξ χωρίς προφυλάξεις και αλκοόλ είναι μερικοί από τους κινδύνους, στους οποίους είναι επιρρεπείς οι έφηβοι.  Τι, όμως, τους οδηγεί σε αυτούς;
Σύμφωνα με Αμερικανούς ψυχολόγους, η απάντηση βρίσκεται στην υπερευαισθησία των εφήβων σε ερεθίσματα που απελευθερώνουν ντοπαμίνη, μία ισχυρή χημική ουσία του εγκεφάλου που αυξάνει την ευχαρίστηση μετά από μία ανταμοιβή.
Μία ομάδα με επικεφαλής την Τζέσικα Κοέν από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια προσέλαβε 45 άτομα από τρεις ηλικιακές ομάδες: 8-12, 14-19 και 25-30 ετών. Οι εθελοντές κλήθηκαν να κοιτάξουν κάποιες εικόνες σε υπολογιστή και να δηλώσουν αν ταιριάζουν με το μοντέλο δύο εικονικών πανεπιστημίων. Για κάθε σωστή απάντηση κέρδιζαν και ένα μικρό χρηματικό ποσό.
Την ώρα που απαντούσαν οι εθελοντές ήταν συνδεδεμένοι με μια μαγνητική τομογραφία σάρωσης, που μετρά τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο σε σχέση με τα νευρικά σήματα.
Τα ευρήματα έδειξαν πως η περιοχή του εγκεφάλου που είναι ευαίσθητη στη ντοπαμίνη, φωτίζεται πιο έντονα στους εφήβους, όταν λαμβάνουν την ανταμοιβή, από ό,τι στα παιδιά και τους ενήλικες. «Η έρευνά μας δείχνει ότι ο εγκέφαλος των εφήβων ανταποκρίνεται πολύ ευχάριστα σε μία ανταμοιβή που δεν περιμένουν να πάρουν. Δεν μετρήσαμε τα επίπεδα της ντοπαμίνης, αλλά υποθέτουμε πως αυτή είναι η αιτία», δήλωσε η κ. Κοέν.
Ωστόσο, συμπλήρωσε πως «και οι ενήλικες χαίρονται ιδιαίτερα, όταν παίρνουν κάποια ανταμοιβή, απλώς μπορούν να καταπιέσουν αυτό το συναίσθημά τους, γιατί σκέφτονται πριν δράσουν».

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Βιοπαιδαγωγική, μια νέα προσέγγιση μάθησης

Mια νέα θεωρία τη ως την πλέον αποδοτική εκπαιδευτική προσέγγιση
Βιοπαιδαγωγική, μια νέα προσέγγιση μάθησης
Σύμφωνα με την βιοπαιδαγωγική προσέγγιση, η εξελικτική πορεία του ανθρώπου έχει πολλά να μας διδάξει για την μαθησιακή διαδικασία. 
Μπορεί η περιπέτεια του εγκεφάλου μας για τη μάθηση να αρχίζει από ένα προχωρημένο εμβρυϊκό στάδιο, όπως δείχνουν διάφορες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες τα έμβρυα μαθαίνουν κάποια ελάχιστα πράγματα. Μπορεί τα πρώτα λίγα χρόνια της ζωής μας να σφραγίζουν το πώς θα διαμορφωθεί η προσωπικότητά μας, η νοημοσύνη και η συναισθηματικότητά μας. Μπορεί ακόμη να κατανοούμε καλύτερα σήμερα το πώς μορφοποιείται ο εγκέφαλός μας μέσω της εμπειρίας και της μάθησης, πώς δηλαδή τα διάφορα μαθησιακά ερεθίσματα σφυρηλατούν τα νευρωνικά δίκτυα, στα οποία καταγράφεται η σχετική γνώση, όπως και το συναίσθημα. Μπορεί επίσης να ‘χει αρχίσει η αποκάλυψη συγκεκριμένων γονιδίων που επηρεάζουν τις ικανότητές μας, οι οποίες με την κατάλληλη μάθηση/εμπειρία θα μετατραπούν σε δεξιότητες, που καθορίζουν τη ζωή μας, τις επιτυχίες μας και τις αποτυχίες μας.
Ωστόσο, αν και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλά άλλα «μπορεί», η αλήθεια είναι ότι οι πολλές αυτές ψηφίδες δεν έχουν αποκαλύψει πλήρως το μωσαϊκό της διεργασίας της μάθησης, η οποία έχει βιολογική βάση, αλλά είναι εξαρτώμενη και από αυτό που λέμε μαθησιακό-παιδαγωγικό περιβάλλον, που με τη σειρά του προκαλεί βιολογικές αλλαγές σχετικές με τη μαθησιακή διεργασία∙ μια αμφίσημη σχέση, την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε αν καταλάβουμε καλύτερα και τους δύο παρτενέρ, το βιολογικό υπόβαθρο και το κατάλληλο παιδαγωγικό-εκπαιδευτικό πλαίσιο.


Ο μίτος της μάθησης
Η εξερεύνηση αυτής της καταλυτικής για τη ζωή μας σχέσης έχει ήδη μακρά ιστορία, η οποία ωστόσο γράφεται με αργό και αποσπασματικό τρόπο. Τα επεισόδια, οι σχετικές δηλαδή πάμπολλες θεωρίες, αλλά και οι εμπειρικές πρακτικές μάθησης, μπορεί να φωτίζουν ένα μικρό μέρος του μωσαϊκού, δεν το αποκαλύπτουν όμως πλήρως και η εικόνα του παραμένει εν πολλοίς θολή. Και τούτο διότι από μόνα τους τα γονίδια που συμμετέχουν στη μάθηση δεν είναι ικανά να δώσουν την απάντηση που θέλουμε∙ ούτε βέβαια οι αποσπασματικές μεθοδολογικές πρακτικές.
Εκείνο που χρειάζεται ίσως σ’ αυτή τη φάση της κατανόησης της διεργασίας της μάθησης είναι να πιάσουμε τον μίτο από την αρχή. Να αξιοποιήσουμε δηλαδή τις γνώσεις που έχουμε από το πώς εξελίχθηκε ο εγκέφαλός μας και το πώς αναπτύσσεται στον Homo sapiens, στο είδος μας, ειδικότερα στις πολύ μικρές ηλικίες, για να θέσουμε εκείνο το μαθησιακό, το παιδαγωγικο-εκπαιδευτικό, πλαίσιο που του ταιριάζει, προκειμένου να ενδυναμωθεί η εγκεφαλική ανάπτυξη και να επιτευχθεί η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ως προς τη νευρωνική μορφοποίηση και η συνακόλουθη αποτελεσματικότερη κατάκτηση της μάθησης, της γνώσης. Μ’ αυτή την ολιστική προσέγγιση μπορεί, αν αξιοποιηθούν και οι επί μέρους παραδοσιακές σχετικές γνώσεις, θεωρητικές και εμπειρικές, να διαμορθωθεί ένα ολιστικό θεωρητικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα τοποθετούνται με περισσότερη σιγουριά, σαφήνεια και επιτυχία οι νέες ψηφίδες του μωσαϊκού, οι κατάλληλες διδακτικές δηλαδή παρεμβάσεις.


«Ξαναζούμε» όλοι μας την Εξέλιξη
Υπό το πρίσμα αυτό μπορούν να γίνουν ορισμένες παραδοχές. Π.χ., η πρώτη βασική νοητική ικανότητα του ανθρώπου εκκινά, εξελικτικά, σε προγονικά μας είδη με την κατασκευή, χρήση αλλά και μεταφορά εργαλείων, οστέινων και πέτρινων. Αυτή η πρώιμη τεχνολογική ικανότητα «μάκρυνε» το χέρι του ανθρώπου, που σήμερα φθάνει ως τ’ αστέρια. Για την αποτελεσματικότερη όμως επιβίωση του ανθρώπου εμφανίστηκαν στη συνέχεια, εξελικτικά, και άλλες ικανότητες∙ με την κοινωνική ικανότητα να έπεται της τεχνολογικής, μετά η γλωσσική, χωρίς την οποία η συνεργασία θα ήταν περιορισμένη, και τελευταία η θεωρητική/αριθμητική ικανότητα, που σηματοδότησε τη γέννηση της αφηρημένης σκέψης, κάπου 50.000 χρόνια πριν∙ έκτοτε η αλληλεπίδρασή τους προκάλεσε νέες αναδυόμενες-συνδυαστικές νοητικές ικανότητες, που έθεσαν τις βάσεις του νοητικού επιπέδου του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος έφερε τον πολιτισμό εδώ που είναι σήμερα.
Οσον αφορά την ανάπτυξη των νοητικών ικανοτήτων μας, ειδικότερα κατά την πρώιμη ηλικία μας, έχει παρατηρηθεί ότι πρώτα μορφοποιούνται οι νευρωνικές συνάψεις για την προσοχή, από την οποία εξαρτώνται άλλες ικανότητες, μετά οι συνάψεις για τη γλώσσα-ομιλία και τελευταίες οι συνάψεις για τη θεωρητική/αριθμητική ικανότητα/δεξιότητα. Υπάρχει δηλαδή κατά την ανάπτυξη του εγκεφάλου μας μια αντιστοιχία στην εξελικτική και αναπτυξιακή σειρά μορφοποίησης των σχετικών με τις εν λόγω ικανότητες νευρωνικών συνάψεων∙ μια σειρά που κατά την ανάπτυξη του εγκεφάλου μας επαναλαμβάνει την εξελικτική ιστορία του, την ανακεφαλαιώνει δηλαδή∙ όπως ανακεφαλαιώνει ο άνθρωπος ως, λ.χ., τα δεκαπέντε του χρόνια, χονδρικά, τη γνώση που κατέκτησε από την εμφάνισή του.


Μια νέα προσέγγιση μάθησης
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτές τις αντιστοιχίες μπορούμε να μορφοποιήσουμε τη διδακτική παρέμβαση ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τη βιολογική βάση της δυναμικής της μάθησης. Η παιδαγωγική αυτή μπορεί να δημιουργήσει μια νέα προσέγγιση μάθησης, έναν νέο κλάδο, που τιτλοδοτήσαμε «Βιοπαιδαγωγική», μαζί με τη συνεργάτιδά μου κ. Καραντζιά-Σταυλιώτη, μέλος ΔΕΠ του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Σύμφωνα με αυτή τη βιοπαιδαγωγική θεώρηση, θα πρέπει στις μικρές ηλικίες – ως τη Γ’ Δημοτικού, λ.χ., που γίνεται πιο εμφανής η αφηρημένη σκέψη, κατάσταση η οποία μπορεί να παραλληλιστεί με το τι συνέβη εξελικτικά 50.000 χρόνια πριν – η διδακτική έμφαση να είναι μεγαλύτερη στην τεχνολογική ικανότητα/δεξιότητα, μειούμενη στις υπόλοιπες, ανάλογα με τη σειρά της εξελικτικο-αναπτυξιακής εμφάνισής τους και πάντα σε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ τους, ολιστική και διαθεματική.
Η έμφαση αυτή θα πρέπει να αναστρέφεται μετά τη Γ’ τάξη του Δημοτικού, όταν δηλαδή «ανακεφαλαιωθεί» εν πολλοίς η εξέλιξη του εγκεφάλου κατά την ανάπτυξή του.
Μια πρώτη εφαρμογή, για του λόγου το αληθές, έδειξε ότι παιδιά του Νηπιαγωγείου που ακολούθησαν τη βιοπαιδαγωγική διδασκαλία παρουσίασαν θεαματική διαφορά με πολύ καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με αντίστοιχα παιδιά που ακολούθησαν την παραδοσιακή διδασκαλία∙ όπως και στο Δημοτικό∙ γεγονός που δείχνει ότι η βιοπαιδαγωγική θεώρηση φαίνεται ορθή και λειτουργεί στην πράξη. Αλλωστε η δημοσίευσή της, ως νέας θεωρίας μάθησης, σε διεθνές περιοδικό, το «International Journal of Learning» (2008), ενισχύει αυτή την παραδοχή. Σε σχετικό βιβλίο μας περιγράφεται με λεπτομέρεια όλη η νέα βιοπαιδαγωγική θεώρηση, η οποία, αν εφαρμοστεί από τους αφοσιωμένους εκπαιδευτικούς σωστά, αξιοποιώντας και το υπάρχον εκπαιδευτικό υλικό, μπορεί να βελτιώσει θεαματικά τη μαθησιακή διεργασία σε κάθε ηλικία, καθώς είναι πιθανόν να προκαλεί και επαναπρογραμματισμό του εγκεφάλου, σε περιπτώσεις «μισοχαμένων» ευκαιριών μάθησης,  με φυσικό τρόπο που ενισχύει τη φυσική του ανάπτυξη.
Οπως συμβαίνει βέβαια με κάθε καινούργιο, χρειάζεται χρόνος για να αφομοιωθεί επιστημονικά και κοινωνικά. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι κάποια ανήσυχα εκπαιδευτικά και πολιτικά μυαλά να μην αγνοούν ούτε να περιφρονούν ό,τι είναι καινοτόμο. Η πρόοδος είναι μια δαρβινική διεργασία που περνάει από το κόσκινο της «φυσικής επιλογής». Αυτό το κόσκινο πρέπει να το χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι μυλωνάδες της προόδου∙ διότι μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι, την πραγματική παιδαγωγικο-εκπαιδευτική πρόοδο από τον μιμητισμό∙ για να υποχωρήσει κάποτε το σοβαρό έλλειμμα παιδείας που μας τυραννά.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Προτιμήστε τον μαυροπίνακα!


Στον αέρα βρίσκεται η θρυλούμενη συμβολή των νέων τεχνολογιών στη μάθηση
Προτιμήστε τον μαυροπίνακα!
Ο δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ
Στα σχολεία ο μαθησιακός πυρετός κορυφώνεται, καθώς το πρώτο τρίμηνο έχει φθάσει σχεδόν στο τέλος του. Οι επιδόσεις άρχισαν ήδη να δοκιμάζονται και να μοιράζονται οι πρώτοι βαθμοί. Και αν τα μαθητικά χρόνια φαντάζουν ξέγνοιαστα για τους μεγαλύτερους, για τα παιδιά ίσως και να μην είναι τόσο ρόδινα. Σε μια υπερσύγχρονη κοινωνία όπου καθημερινά οι μαθητές βομβαρδίζονται από τεχνολογικούς πειρασμούς και από συνεχείς προσθήκες στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά τους, πώς μπορούν άραγε να βελτιώσουν τους βαθμούς τους και παράλληλα να «γυμνάσουν» τον εγκέφαλό τους ώστε να αφομοιώνει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις; Ο αυστριακός «γκουρού» της ψυχιατρικής και επικεφαλής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουλμ δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ βρέθηκε στην Ελλάδα με αφορμή τη διάλεξή του στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Αναπτύσσοντας τις δεξιότητες στο διάβασμα» που διοργάνωσε το Ιδρυμα Ευγενίδου και μας ταξίδεψε στα άδυτα του εγκεφάλου. Εκεί όπου πραγματοποιούνται οι διεργασίες τις οποίες ονομάζουμε μάθηση. {AR}«Είμαι επιστήμονας αλλά και γονιός» αναφέρει ο ίδιος στο «Βήμα». «Οταν πριν από δέκα χρόνια τα παιδιά μου επέστρεφαν από το σχολείο, σκεφτόμουν ότι, ενώ από νευροεπιστημονικής απόψεως γνωρίζουμε τόσα πολλά γύρω από τη μάθηση, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει εισαχθεί ακόμη στα σχολεία. Ετσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μελέτη των εγκεφαλικών διεργασιών κατά τη διάρκεια της μάθησης. Το 2004 ίδρυσα το κέντρο TransferCenter for Neurosciences and Learning, βασικός στόχος του οποίου είναι η “μετάφραση” των αποτελεσμάτων ερευνών από τον τομέα της νευροεπιστήμης, για την ένταξή τους σε νηπιαγωγεία, σε σχολεία ή ακόμη και σε πανεπιστήμια. Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο αλλά είναι σημαντικό».
Ανάγνωση και δημιουργία
Σύμφωνα με τον ειδικό, πίσω από τη διαδικασία της μάθησης κρύβεται η ικανότητα του εγκεφάλου να μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις εμπειρίες που αποκτά και επεξεργάζεται. «Είναι δηλαδή σαν ένα είδος περιφερειακού (hardware) το οποίο αλλάζει συνεχώς, λειτουργικά και δομικά, ανάλογα με το λογισμικό (software) που καλείται να “τρέξει” – σκεφτόμαστε, αντιλαμβανόμαστε, κάνουμε ένα σωρό πράγματα με τον εγκέφαλό μας και όλα αυτά αλλάζουν ανάλογα με τα όσα συναντούμε στην πορεία. Αυτό ονομάζεται νευροπλαστικότητα, ή αλλιώς μάθηση» μας εξηγεί ο δρ Σπίτσερ.Η διαδικασία της ανάγνωσης, κατά τον δρα Σπίντσερ, είναι πολύ δημιουργική, καθώς το μόνο που έχουμε μπροστά μας είναι «βουβά» γράμματα και χαρακτήρες σε ένα χαρτί, τα οποία καλούμαστε να «ζωντανέψουμε». «Ο εγκέφαλός μας είναι φτιαγμένος ώστε να μπορεί να μεταφράζει τις γραφικές παραστάσεις που προσλαμβάνει σε φωνητικά ερεθίσματα και στη συνέχεια σε σημασιολογικές έννοιες. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη μετάφραση των ακουστικών ερεθισμάτων (όταν ακούμε μια ιστορία) αλλά σε πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Για παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ των φθόγγων “μπα” και “πα” αγγίζει μόλις τα 40 χιλιοστά του δευτερολέπτου (mSec). Παρ’ όλα αυτά, αν ο εγκέφαλος δεν μπορεί να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ των δύο, τότε κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία κατά την ανάγνωση και κατά συνέπεια σε μαθησιακά προβλήματα» μας λέει ο ειδικός.
Διάγνωση της δυσλεξίας πριν από το σχολείο!
«Γνωρίζουμε ότι περίπου το 85% των μικρών παιδιών αντιμετωπίζουν σε έναν βαθμό το συγκεκριμένο ακουστικό πρόβλημα. Κάτι τέτοιο μπορεί να οφείλεται στις δέσμες νευρικών ινών περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την επεξεργασία του ήχου, οι οποίες παίζουν “πινγκ-πονγκ” μεταξύ τους ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Εκεί λοιπόν η ταχύτητα της αγωγιμότητας παίζει καθοριστικό ρόλο. Αν οι ίνες αυτές δεν είναι καλά σχηματισμένες,τότε ο εγκέφαλος δεν θα είναι σε θέση να ξεχωρίζει δύο κοντινούς φθόγγουςΑπό νευροεπιστημονικής απόψεως, η δυσλεξία είναι δυνατό να διαγνωσθεί σε πολύ μικρές ηλικίες, προτού δηλαδή το παιδί μάθει να διαβάζει και να γράφει» υποστηρίζει ο δρ Σπίτσερ.«Η θεραπεία πραγματοποιείται με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών και ουσιαστικά “τεντώνουμε” τον ήχο των δυσδιάκριτων φθόγγων, με αποτέλεσμα η χρονική απόκλιση μεταξύ του “πα” και του “μπα” να διπλασιάζεται. Ετσι τα παιδιά μπορούν να διακρίνουν και να κατανοήσουν τη διαφορά και στη συνέχεια εφαρμόζουν τα όσα έχουν μάθει για την αποκωδικοποίηση πραγματικών ήχων».Η διαδικασία της μάθησης όμως δεν σχετίζεται μόνο με την ανάγνωση αλλά και με τον προφορικό λόγο. «Για τον άνθρωπο η εξιστόρηση γεγονότων ή εμπειριών είναι ό,τι και οι προσομοιωτές πτήσης για την αεροπορία. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση “Science”, ο άνθρωπος αφιερώνει κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες σε συζητήσεις με πυρήνα την εξιστόρηση γεγονότων και εμπειριών, όμως μόλις τέσσερα λεπτά στην αναπαραγωγική πράξη. Βλέπουμε λοιπόν ότι παρά το γεγονός πως το σεξ αποτελεί σημαντικό μέρος της ζωής μας, δεν ξεπερνά χρονικά την εξιστόρηση εμπειριών. Οπότε οι ιστορίες αυτές είναι μεγίστης σημασίας για την εξέλιξή μας – τόσο τη δική μας όσο και του εγκεφάλου μας» αναφέρει ο αυστριακός επιστήμονας. «Σύμφωνα με νέα ευρήματα που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες ημέρες στο ετήσιο συνέδριο “Neuroscience 2011” στην Ουάσινγκτον, η ακρόαση και η ανάγνωση μιας ιστορίας ενεργοποιούν τελικά το ίδιο δίκτυο εγκεφαλικών περιοχών».
Μιλάτε στα παιδιά!
Το πρόβλημα της δυσλεξίας, σύμφωνα με τον επιστήμονα, μπορεί να έχει γονιδιακό αλλά και περιβαλλοντικό υπόβαθρο. Γονιδιακό γιατί, όπως εξηγεί, κάποια γονίδια ενισχύουν τις πιθανότητες λανθασμένης «καλωδίωσης» του εγκεφάλου και περιβαλλοντικό, σε περίπτωση απουσίας του προφορικού λόγου στην οικογένεια. «Αν δεν υπάρχουν αρκετά ερεθίσματα, δηλαδή αρκετή ομιλία από το οικογενειακό μας περιβάλλον, τότε ο εγκέφαλος δεν μαθαίνει να απορροφά γνώση. Πιστεύω λοιπόν ότι οι γονείς πρέπει να ξεκινούν να μιλούν στα παιδιά τους από πολύ νωρίς. Ως ψυχίατρος, γνωρίζω ότι οι μητέρες που πάσχουν από κατάθλιψη τείνουν να μιλούν λιγότερο στα παιδιά τους, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών. Αν όμως εκείνες διδάσκονταν να ασχολούνται περισσότερο με τα παιδιά τους, ενδεχομένως το πρόβλημα να μην ήταν τόσο μεγάλο» μας λέει.Εξίσου καταστροφικές για την ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων των παιδιών, προσθέτει, είναι η τηλεόραση και η χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. «Η προσωπική μου συμβουλή προς τους γονείς είναι να τα κρατήσουν μακριά από την τηλεόραση όσο περισσότερο μπορούν. Οπως επίσης και από τις νέες τεχνολογίες γενικότερα, ακόμη και στο σχολείο. Δεν υπάρχει μελέτη που να αποδεικνύει ότι η χρήση τους βοηθά τις μαθησιακές ικανόητες των παιδιών, αντίθετα υπάρχει πολλή παραπλανητική διαφήμιση γύρω από κάτι το οποίο δεν ισχύει» τονίζει.
Η κοινωνία του multitasking
Οι καλπάζοντες ρυθμοί της καθημερινότητάς μας μάς έχουν μεταμορφώσει σε «ζογκλέρ» δραστηριοτήτων. Κάτι τέτοιο, υποστηρίζει ο δρ Σπίτσερ, μειώνει τις εγκεφαλικές μας επιδόσεις. Η αμερικανική εφημερίδα «The New York Times» μάλιστα είχε δημοσιεύσει πρόσφατα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική οικονομία χάνει ετησίως περί τα 650 δισ. δολάρια ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι ασχολούνται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα.«Αρκετοί παιδαγωγοί υποστηρίζουν ότι επειδή ακριβώς ασχολούμαστε με πολλά πράγματα ταυτόχρονα στην καθημερινότητά μας, πρέπει να μάθουμε στα παιδιά να κάνουν το ίδιο – όχι δεν πρέπει!» ξεκαθαρίζει ο ειδικός. «Επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι ο εγκέφαλος δεν είναι δομημένος ώστε να παρακολουθεί δύο συζητήσεις ταυτόχρονα. Και δεν μιλάω για απλές πράξεις που μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, όπως το να κρατάει μια μητέρα στο ένα χέρι το παιδί και με το άλλο να ανακατεύει το φαγητό. Αναφέρομαι σε επικοινωνιακό ή γλωσσικό multitasking, το οποίο είναι ανέφικτο. Πειράματα έχουν δείξει ότι άτομα που χειρίζονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα εμφανίζουν περιορισμένη ικανότητα στο να διώχνουν άχρηστες πληροφορίες, να “ζογκλάρουν” μεταξύ διαφορετικών πράξεων,να διώχνουν άχρηστες σκέψεις. Τα άτομα αυτά λοιπόν αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής».
ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Σύμφωνα με τον αυστριακό ψυχίατρο, δεν υπάρχουν μαγικά κόλπα που μπορούν να μας μεταμορφώσουν σε Αϊνστάιν εν μια νυκτί. Ο εγκέφαλός μας, άλλωστε, είναι σαν έναν αθλητή που χρειάζεται καθημερινή προπόνηση προτού τρέξει στον μαραθώνιο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο, κατά τον δρα Σπίτσερ, πρέπει να αλλάξει ριζικά.«Το τρικ για κάποιον που επιθυμεί να βελτιώσει τις ικανότητές του στην ανάγνωση είναι να διαβάζει πολύ. Οι δυσκολίες κατά την ανάγνωση που εμφανίζουν αρκετοί μαθητές ενδεχομένως να συνοδεύονται από άλλα προβλήματα, όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα μαθήματά τους. Σε αυτό, βέβαια, σημαντικό ρόλο παίζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν τα σχολεία. Στα αγόρια, π.χ., δεν αρέσουν τόσο τα φιλολογικά μαθήματα σε σχέση με τα κορίτσια. Αν όμως στραφούμε προς θέματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον τους, π.χ. πώς να κατασκευάσετε μια μηχανή ή οι βασικές αρχές του ποδοσφαίρου, τότε η ανάγνωση δεν θα τους ήταν αγγαρεία. Αντίθετα, αν τα κορίτσια διδάσκονταν για τη φυσική του κραγιόν, τότε είμαι σίγουρος ότι το ενδιαφέρον τους θα χτυπούσε κόκκινο» υπογραμμίζει. «Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο που είδαμε να βοηθά τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών είναι η αισιοδοξία και τα θετικά συναισθήματα. Αρα οι δάσκαλοι δεν πρέπει να διδάσκουν προκαλώντας άγχος στα παιδιά. Ακόμη, οφείλουν να ενσωματώσουν το γνωστό (πραγματικός κόσμος) στο άγνωστο (νέες γνώσεις) με θετικό τρόπο ώστε τα παιδιά να μπορούν να συνδυάσουν τα νέα δεδομένα με κάτι που ήδη γνωρίζουν και να το μάθουν».Πολέμιος της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στα σχολεία, ο δρ Σπίτσερ γνωρίζει καλά ότι οι απόψεις του δεν είναι δημοφιλείς. Δεινός υποστηρικτής του μαυροπίνακα, των καλών εκπαιδευτικών και της πλούσιας βιβλιοθήκης, είναι της άποψης ότι πίσω από το σπρώξιμο των μαθητών προς αυτές δεν υπάρχει κανένα μαθησιακό όφελος παρά μόνο η αύξηση των κερδών των τεχνολογικών κολοσσών.«Οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία δεν πιστεύω ότι βοηθούν, ούτε καν υπό μορφή διαδραστικών προγραμμάτων» αναφέρει χαρακτηριστικά. «Εχω επισκεφθεί αρκετά σχολεία που φιλοξενούν τέτοια συστήματα και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στο τέλος της ημέρας τα παιδιά μαθαίνουν κάτι όχι χάρη στις νέες τεχνολογίες αλλά επειδή συνδέουν τα νέα στοιχεία με τον πραγματικό – και όχι τον εικονικό – κόσμο. Το ίδιο πιστεύω και για τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης: οι πραγματικοί φίλοι είναι καλύτεροι από τα εικονικάavatars. Και δεν αναφέρομαι στη δυσκολία του διαχωρισμού του πραγματικού από τον εικονικό κόσμο, γιατί κάτι τέτοιο είναι διακριτό από το 8ο έτος της ηλικίας μας. Το πρόβλημα είναι ότι αν “τρέφουμε” τον εγκέφαλό μας μόνο με σκιές του πραγματικού μέσω του εικονικού κόσμου, τότε η πραγματικότητα γίνεται ρηχή. Δεν επεξεργαζόμαστε, δηλαδή, τις πληροφορίες αυτές με την ίδια βαρύτητα που θα τις επεξεργαζόμασταν σε περίπτωση που τις συναντούσαμε στην πραγματικότητα. Και το βάθος της επεξεργασίας αυτής σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη» επισημαίνει.Και η ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης των μαθητών όμως δέχεται... «ηλεκτρονικό» πόλεμο. «Τα βιντεοπαιχνίδια μαθαίνουν στα παιδιά πώς να συγκεντρώνονται σε διαφορετικά σημεία της οθόνης. Αυτό πλασάρεται από τις εταιρείες ως ενίσχυση της προσοχής. Η προσοχή στο σχολείο όμως μεταφράζεται στην ικανότητα του να μπορεί κανείς να συγκεντρωθεί σε ένα πράγμα κάθε φορά. Και την ικανότητα αυτή ακριβώς “χάνουν” τα παιδιά όταν μαθαίνουν να συγκεντρώνονται στα πάντα. Πρόσφατη μελέτη μάς έδειξε ότι, αν δώσουμε σε έναν μαθητή μια παιχνιδομηχανή, τότε μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών οι σχολικές  επιδόσεις του θα κάνουν “βουτιά”».